ΝΕΑ

    Στο Μεταίχμιο















    Σαν άλλη θέση να μην υπάρχει για μένα πιο κατάλληλη,

    Στάθηκα πάλι στο μεταίχμιο

    Στου ενδιαμέσου την άκρη ακριβώς.

    Μπρος σκόρπια ανθρώπινα σώματα
    Κόκκινα
    Παχουλά
    Παραμορφωμένα
    Με κοιλιές πρισμένες και κρεμασμένα μάγουλα
    Άλλα χυμένα στο έδαφος σαν πτώματα που ακόμη δε θάφτηκαν
    Και άλλα σέρνονται παραζαλισμένα κάτω απο τον ήλιο
    με πετσιά που γυαλίζουν
    πασαλημένα με λάδια και ματζούνια
    με βλέμματα χαμένα, στην υπερήφανη απελπισία τους

    Ξαφνικά σηκώνεται σκόνη
    Κοιτάζω πίσω μου
    Χώμα

    Ένας άντρας καθισμένος στον ίσκιο του μεγάλου δέντρου
    Μελαμψός
    Ξυπόλυτος
    Καταβροχθίζει με μανία ένα κομμάτι ψωμί
    Έχει γύρει το κεφάλι ελαφρά
    Και με μάτια γουρλωμένα που λάμπουν απο ενθουσιασμό
    Παρατηρεί – θαυμάζει μάλλον
    Το φαγητό του να αποσυντίθεται
    Με μεγάλη προσήλωση, το κοιτάζει καθώς μασουλάει γρήγορα
    Καταπίνει
    Δαγκώνει με πάθος, κόβει μεγάλες μπουκιές
    Δείχνει ευτυχισμένος
    Απόλυτη Ευχαρίστηση
    Τα ρούχα του κουρελιασμένα και βρώμικα
    Δίπλα του μια τσάπα φίλη του ξεκουράζεται κι αυτή



    Σαν άλλη θέση να μην υπάρχει για μένα πιο κατάλληλη,

    Στάθηκα πάλι στο μεταίχμιο

    Στου ενδιαμέσου την άκρη ακριβώς.

    Στο βάθος ομίχλη
    Μισοσκόταδο
    Δυο άντρες -με δυσκολία φαίνονται
    Ενας μαύρος κι ένας άσπρος
    Παλεύουν
    Πάνω σε σκακιέρα μαρμάρινη κινούνται
    Ο καθένας στο χρώμα του
    Ο καθένας στη μεριά του
    Εξοργισμένοι
    Κάθε κίνηση και χδούπος με αντίλαλο
    Γυρεύουν το δίκιο τους, ο καθένας τη δική του αλήθεια
    Οι λόγχες γυαλίζουν κάτω απο το φεγγάρι

    Ο μαύρος κινείται νευρικά και φωνάζει
    Για την ανατολή
    Για το νερό
    Για το αίμα
    Για την πράξη και τη φωτιά
    Οι φλέβες στο λαιμό του φουσκώνουν

    Ο άσπρος κάνει βήματα αργά
    Καλά μελετώντας που πατάει να μην αφήσει ίχνη
    Μιλάει πολύ
    Μιλάει παράξενα
    Τι γλώσσα μιλάει;
    Φιλοσοφεί χασομερώντας
    Κάτι είπε για τους νεκρούς που έγιναν αγάλματα
    Τι δείχνει;
    Που κοιτάζει;

    Σαν άλλη θέση να μην υπάρχει για μένα πιο κατάλληλη,

    Στάθηκα πάλι στο μεταίχμιο

    Στου ενδιαμέσου την άκρη ακριβώς.

    Ναός παρδαλός με ρουμπίνια και χρυσάφια
    Ο βασιλιάς στο θρόνο του χοντρός και ηλίθιος
    Τη μύγα διώχνει αφηρημένα
    και ρίχνει χάμω τον κριστάλλινο σοβά
    Τρέχει ο σύμβουλος γλοιώδης σκοτωμού
    Με ιδρωμένη κουτοπόνηρη καμπούρα
    Καταδότης και με ύφος αλεπούς
    “Άρχοντα μου είσαι καλά;”

    Σιωπηλός ο σκλάβος
    με δάχτυλο κομμένο
    Μαζεύει τη ζημιά
    Δεν καθαρίζεται η βρωμιά
    Στην κουζίνα
    Ένα ξανθό με φακίδες παιδί
    Λαθραία χώνεται και χάνεται αστραπή
    Κάπου έξω γυναίκες μιλάνε δυνατά
    Με σκούπες και με καλαμπούρι
    Τα πατσαβούρια τους κρατάνε νευρικά



    Σαν άλλη θέση να μην υπάρχει για μένα πιο κατάλληλη,

    Στάθηκα πάλι στο μεταίχμιο

    Στου ενδιαμέσου την άκρη ακριβώς.

    Στο Μεταίχμιο
    • Σχόλια
    • Συνδέσεις
    Κορυφή