ΝΕΑ

    Ήττα





    Σε δρόμους με άγνωστους περαστικούς που είδες να ανοιγοκλείνουν τα χείλη τους, κάτι σου λέγανε, μα δεν ρώτησες, τους προσπέρασες μ'ένα βλέμα φευγαλέο και αδιάφορο.
    Σε στιγμές που ο τρόμος έφτασε μέχρι το λαιμό σου και απο τύχη γλύτωσες τον πνιγμό
    Σε κλουβιά άσπρα με μαύρα πρόσωπα ερωτευμένα, δυο- δυο στoιβαγμένα χαζά και ανύμπορα ν' αγκαλιαστούν
    Έτυχε να πάρω την πρώτη μου ανάσα και να την κρατήσω μέσα μου παντοτινά
    Για να ακροβατώ στις τελευταίες λέξεις, τις πιο ανύμπορες, τις πιο κοφτερές
    Και να μαθαίνω όλο και καλύτερα πώς είναι να πεθαίνεις τη στιγμή που ακόμα ζεις.

    Κι ύστερα θυμάμαι,

    Που εκείνη τη νύχτα την τελευταία, μέσα στον πανικό του Τέλους
    που σε κοιτούσα παγωμένη, μουδιασμένη απο τον φόβο
    Κι όπως μιλούσες δεν άκουγα
    παρά μόνο τα χείλη σου έβλεπα να κουνάς
    και βυθιζόμουν ολοένα στον ύπνο, τον ύπουλο, τον καταραμένο
    κι ο ίλιγγος με ταλάντευε ενώ προσπαθούσα ν' αρπάξω τις στιγμές
    να ελέγξω την κατάσταση, να εκτιμήσω το κόστος
    και πού να ξερα το κόστος της φυγής πως θα ταν τόσο βαρύ
    σε κάθε μου βήμα ξερίζωνα κομμάτια απο τα σπλάχνα μου
    κι όσο απομακρυνόμουν τόσο λιγόστευε τ' οξυγόνο, τόσο δυσκόλευε η αναπνοή
    κι όμως συνέχισα σταθερά να προχωρώ,
    κι ας ήξερε ο προορισμός πως θα χανόμουν οριστικά μες το σκοτάδι

    Σ' ένα δρόμο σκοτεινό τώρα πια,
    πρέπει να μάθω να βρίσκω τις άκρες να πιάνομαι
    Να περπατώ ψιλαφίζοντας και πισωπατώντας
    Ν'ακούω τις κραυγές και να μένω ατάραχη
    Να μυρίζομαι τον κίνδυνο και να μένω όρθια στον πόνο.

    Ανάμεσα στους αραχνοϊστούς να χορεύω
    Πάνω στις υγρές πέτρες να κοιμάμαι
    Και να σέβομαι τις λυκόφιλες νυχτερίδες μου, ως έσχατη συμμαχία να πολεμήσω τη Μοναξιά

    -Θα πάμε;
    -Πήγαμε, μα γυρίσαμε άπραγοι και Ηττημένοι.

    Αυτή ήταν η Ιστορία μας



    no image
    • Σχόλια
    • Συνδέσεις
    Κορυφή